Αντιμέτωπη με μια απώλεια
Ήταν η δική μου πύλη. Το δικό μου μέσο να μπαίνω σε έναν άλλον κόσμο γεμάτο χαρά, γαλήνη, εναρμόνιση με το σύμπαν.

Για ένα διάστημα ήταν η καθημερινή μου τελετουργία: Έπαιρνα μαζί τη Στέφη μου και κατηφόριζα τον δρόμο που οδηγούσε στο “μυστικό μου καταφύγιο”. Ο δρόμος σε αυτό το σημείο είναι τελείως κάθετος με την σχεδόν ευθεία λωρίδα θάλασσας του κόλπου της Σούδας. Είναι ένα θέαμα υπέροχο που τον χειμώνα και νωρίς την Άνοιξη είναι ακόμα πιο μαγικό, καθώς τα Λευκά Όρη είναι αυτό που λέει το όνομά τους. Ολόλευκα! Κατηφορίζοντας τα έβλεπα ίσια μπροστά, και η καρδιά μου φούσκωνε από την ομορφιά τού τοπίου.

Όταν όμως έφτανα εκεί, περνούσα την περίφραξη και καθόμουν στην ρίζα της αγαπημένης μου ελιάς, η λέξη “ομορφιά” είναι πολύ λίγη για να περιγράψει το πώς αισθανόμουν. Η περίφραξη δεν ήταν κλειστή γιατί ένας βοσκός είχε την άδεια του ιδιοκτήτη να βάζει μέσα το κοπάδι του για να βόσκουν τα αγριόχορτα. Οι ελιές δεν ήταν ούτε πολύ νεαρές, ούτε πολύ γέρικες. Έκαναν μια σκιά ίσα ίσα να σε προστατεύει από τον ήλιο, χωρίς όμως να κρύβει το φως. Ανάμεσά τους μπορούσα να διακρίνω τους άλλους ελαιώνες μέχρι εκεί που συναντούσαν την θάλασσα. Ύστερα απέναντι, από την άλλη μεριά του κόλπου, μετά την κατοικημένη περιοχή, μια οροσειρά τόσο απόκρημνη ώστε δεν μπορούσε να έχει πάνω της παρά μόνο πράσινο. Ακόμα πιο πίσω τα Λευκά Όρη κάτω από έναν ουρανό, πότε γαλάζιο φωτεινό, πότε γκρι σκοτεινό, πάντα σαν μια μεγάλη αγκαλιά. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μπορούσα πραγματικά να σταματήσω την αχαλίνωτη σκέψη, να γίνω ένα με τα δέντρα, την θάλασσα, τα βουνά και τον αέρα.

Πέρασαν τα χρόνια και αλλάξαμε γειτονιά, ύστερα η Στέφη μου ήταν πια πολύ γριά για τόσο μεγάλη κατηφόρα και ανηφόρα. Ύστερα έφυγε και η Στέφη και είπα “δεν θέλω πια ούτε σκύλο, ούτε βόλτες γύρω από το σπίτι να την θυμίζουν”. Όμως η ζωή τα φέρνει αλλιώς απ’ ό,τι τα σχεδιάζουμε. Το νέο μέλος της οικογένειας τρέχει και πηδάει ασταμάτητα χωρίς να χορταίνει, κι εμείς είμαστε πάλι στην παλιά μας γειτονιά. Έτσι είπα να μυήσω τον Λούη μας στην παλιά μου αγαπημένη συνήθεια. Ξεκίνησα με μεγάλη χαρά και προσμονή, αλλά καθώς πλησίαζα ο ήχος από κομπρεσέρ μου φάνηκε πολύ δυσοίωνος. Ύστερα τα είδα κιόλας και αυτά και τα άλλα μεγάλα σκαπτικά που γκρεμίζουν, σκάβουν, ξεπατώνουν, αφανίζουν ό,τι είναι μή κερδοφόρο όσο όμορφο και αν είναι. Οι ελιές πια δεν έχουν αξία. Αποφέρουν λιγότερο κέρδος σε ένα χρόνο απ’ ότι μια βίλα με πισίνα σε μία εβδομάδα. Και την θέα θα την απολαμβάνουν όχι οι περαστικοί με τα σκυλάκια τους και οι βοσκοί με τα κοπάδια τους, αλλά όσοι θα μένουν στις καλά περιφραγμένες επαύλεις τους.

Καταλαβαίνω ότι είναι ξέσπασμα όλο αυτό και ότι ο θυμός παρ’ ότι δικαιολογημένος για την δική μου απώλεια, η αλλαγή είναι μέρος της ζωής. Ο κόσμος μας προχωράει σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία που θα κάνει τον κύκλο της και η φύση θα πάρει κάποια στιγμή και πάλι την σκυτάλη. Αφού, όπως και να το κάνουμε, είναι η πιο δυνατή. Μέχρι τότε, κάνουμε ό,τι μπορεί ο καθένας να ζει όπως ονειρεύεται, παλεύουμε στο μέτρο των δυνάμεών μας για αυτό που πιστεύουμε όμορφο, δίκαιο, καλό. Και μόνο ο αγώνας μας κάνει την ζωή μας να έχει άλλη αξία.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς ανηφόριζα και μου ήρθε το άρωμα της νεραντζιάς, που για μια ακόμα χρονιά με παρέσυρε στο πολύ μακρινό παρελθόν μου. Κάθε χρόνο εκεί που σαν παιδί περνούσα τις Πασχαλινές μου διακοπές, τον επιτάφιο τον στόλιζαν με τα δικά της άνθη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Για σήμερα θα σας πω μόνο αυτό: μετά τον Επιτάφιο έρχεται πολύ σύντομα η Ανάσταση. Μετά τον θρήνο η χαρά και ο ενθουσιασμός.


Δεν υπάρχουν σχόλια.
Πρόσθεσε το σχόλιό σου